Excerpt for Songs of Reason by Angelo Tsanatelis, available in its entirety at Smashwords

This page may contain adult content. If you are under age 18, or you arrived by accident, please do not read further.

Songs of Reason

By Angelo Tsanatelis



Published by Angelo Tsanatelis at Smashwords

Copyright 2011 Angelo Tsanatelis



Smashwords Edition, License Notes

Thank you for downloading this free ebook. You are welcome to share it with your friends. This book may be reproduced, copied and distributed for non-commercial purposes, provided the book remains in its complete original form. If you enjoyed this book, please return to Smashwords.com to discover other works by this author. Thank you for your support.



Discover other titles by Angelo Tsanatelis at Smashwords.com:


The Living Sword Chronicles - http://www.smashwords.com/books/view/52770

Songs of Sorrow - http://www.smashwords.com/books/view/53039

Songs of Loss - http://www.smashwords.com/books/view/53037

The Rootless - http://www.smashwords.com/books/view/56295




Μέρα νούμερο 275.


Άυπνα μάτια,

Χαζεύουν το ασπρο καράβι, να σαλπάρει

Τ’ονείρου σου κομμάτια,

Ποια άγρυπνη μοιρα τα κουράρει;


Ποια τα φυλάει;

Νυχτα σαν μαζώχνονται

Οσα στις σκιές στιμώχνονται

Οταν ο χρονος γινεται ρίμα

Που με οργή του μυαλού σου το περίβλημα τρυπάει;


Σε ποιον μιλάει;

Διχτυα αν απλώσουν σώζονται,

Όσοι έρωτες, δεν σκοτώνονται

Πόσο κοστιζει ενα ποίημα σε χρήμα;

Τι τελικά την ανάγκη ξεπερνάει;

Ποια μυστικά φυλάει;


Τ’ονείρου σου τα κομμάτια,

Μια άγρυπνη μοιρα κουράρει

Άυπνα μάτια,

Που χαζεύουν το άσπρο καράβι να σαλπάρει...


(25/02/2004)



(2 στίχοι ακόμα...)


Υπάρχει ησυχία αφόρητη, σε τούτο το καρναβάλι

Περίεργες φάτσες, γίνηκαν φίλοι σου πάλι

Πόνο μυρίζουν, για αγάπη ολοένα μουρμουρίζουν

Πίσω πολύ σε γυρίζουν,

Πάνω που τα ρόδα πήραν να ανθίζουν.


Στάζει φαρμάκι η αδικία, η μηχανή αυτή ρετάρει

Δεν υπάρχει αιτία,

Κάτι που να κάνει την ψυχή σου να αμφιβάλλει

Τι κάνεις εδώ εσύ; Των τρελών ακόμη ένα πιόνι

Φύγε μακριά,

Τον παλιό ‘κείνο στίχο πριν ακούσεις, να σε στοιχειώνει.


Υπάρχει απουσία πνιγερή, σε αυτό το καρναβάλι

Σε ξένες γκριμάτσες γυρεύω την μορφή σου πάλι

Και όλα γυρίζουν, κι αν ζούσες ακόμη; ψιθυρίζουν,

Θα ‘διωχνα μακριά, όλα όσα σε φοβίζουν

Αν κάπου μ’ ακούς, να ξέρεις πως ανθίζουν.


(26/02/2004



Στην ‘πλατεία των στεναγμών’


Επαψα να αμφιβάλλω

Τώρα το πιστεύω

Μέτρησα,

Όλα όσα έχτισα, χωρίς εσένα

Και το αποφάσισα...

Μου λείπεις.


(20/05/2006)



Χάλκινο Κανάτι (Σύντομη έκδοση.)


Ο Διάβολος γέμισε ένα χάλκινο κατάτι

Ψηλά το σήκωσε, σε χείλη θυληκά τ’απίθωσε

«Πιές και δές...» μούγκρισε «τη μεγαλύτερη

του κόσμου απάτη,

αυτά που κρυφθήκανε, απ’του ανθρώπου το μάτι.»

Ετσι μίλησε,

Ύστερα χαθήκανε τα πέπλα, που κρύβανε τον

εφιάλτη

το αίμα σηκώθηκε και περπάτησε...

αφήνοντας μια κοκκινη γραμμή στου μυαλού σου

το χάρτη

συνέθεσε ξανά, ξυπνώντας κάθε νεκρό κομμάτι.


Στο πρώτο είδες, όλα όσα πήγανε πρίμα

Όσα το παρελθόν στο μέλλον άφησε

Την Άννια λιγωμένη να σου φωνάζει «ξεκίνα»

Ξένη φωνή, πρόσωπο που θύμιζε σκίτσο απο Κίνα


Το άλλο μίλησε για’κεινα, που άρπαξε το κύμα

Ξάφνου κάπου μεσα στα σκοτάδια κάτι ούρλιαξε

Πως όσα όνειρα άρπαξε, τόσο ήτανε... φίνα

Που τα έκλεισε ήσυχα, μέσα σε ένα ποίημα


Ο Διάβολος γέμισε με αίμα, ένα χάλκινο κανάτι

Πονηρά σου γέλασε, όταν δήθεν σε ακούμπησε

«Δες αφού θες» ψιθύρισε «να στήσεις την μεγαλύτερη

απάτη,

αν όλα είναι εκεί ή μήπως υπάρχει ακόμη κάτι;»


(27/01/2000)



Ψαροπούλι

(Μτφ. απο τα Βουλγαρικά)


Κύκλος που κλείνει,

Αφού πρώτα ανοίγει,

Αρχίζει και μετά τελειώνει...


Ενα ψαροπούλι μιμείται κάποιο παγώνι,

Χορεύει μόνο, την ώρα που νυχτώνει

Δεν προσποιείται,

Ειναι η σύνοψη όσων επιθυμείτε

Τις φορές που το αναστημα του ορθώνει.


Κύκλος που κλείνει,

Αφού πρώτα ανοίγει,

Αρχίζει και μετά τελειώνει...


Θυμάται πρίγκηπες που ταξιδέψαν σε κρύο βαγόνι

Στον εαυτό τους να μιλούν, για να μην νιώθουν μόνοι

Τίποτε δεν εννοείται,

Συνήθως αγοράζεις, ότι γράφει ‘πωλείται’

Και ότι ζεσταίνει, μπορεί να κρυώνει.


Σου μαρτυρά πως τα όνειρα τα κόβουν με πριόνι

Ύστερα σιωπά, σαν οι λέξεις του, να γίνανε πόνοι

Δεν προσποιείται,

Έτσι είναι, εφόσον έτσι το επιθυμείτε

Και ότι πολύ αγαπάς, πιο γρήγορα σε σκοτώνει.


Κύκλος που κλείνει,

Αφού πρώτα ανοίγει,

Αρχίζει και μετά τελειώνει...


Α. (28/10/2007)



Μερα εορτής

(Μια τελευταια φορά mi mapa.)


Μέρα εορτής, κρασί μοιράζει σε κανάτια

Τάση φυγής, σε τρομάζει σε φίλων μάτια.

Αν νύχτα μετράς, τις μέρες που αρμένιζες

Γυρεύοντας τους άσπρους, απ’ τους μαύρους σβώλους

Στα χαμένα ταξιδέψαν, όλα όσα έχτιζες...


Σφαίρα αναλαμπής, γρήγορα πολύ ξεθυμαίνει

Ανάγκη ζωής, ότι μονάχα σου απομένει

Αν αργά σταματάς σε μέρη που σύχναζες

Χωρίζοντας τους καλούς απ’ τους κακούς χώρους

Στον πυθμένα βουλιάξαν, οι αγάπες που κοίταζες


Μέρα εορτής, κρασί μοιράζει στα κανάτια

Τάσεις φυγής κυριεύουν και τα δικά της μάτια

Αν ακόμη ζητάς, τις ώρες που λάτρευες

Ανάμεσα σε γνωστούς ή άγνωστους, οδοιπόρους

Χωρίς εσένα ζουν, όσα με την ψυχή σου άλλαξες.



Η μοναξιά μου σκορπίστηκε

Στα μέρη που ταξίδεψα,

Οι αγάπες μου γινήκαν

Τα πρόσωπα που μίσησα...


(28/10/2003)



Μαζεύοντας χρώματα (Τι άλλο μενει;)


(Έμεινα ακίνητος, μαγεμένος. Όλες οι ομορφιές, τα χρώματα, όλοι οι ήχοι,

είναι κομμάτι σου. Και εγώ... ο αδαής ζωγράφος.)


Πέτρα τρυπάει το νερό,

Της Ίριδας τα χρώματα σκορπίζει μακριά

Αν ζω, τότε είμαι ακόμη εδώ,

Βροντή κρυμμένη μες τη σιγαλιά


Φέτα κομμένη, από καρπό δροσερό

Πότε-πότε δένει, με του τέλους τη ματιά

Αφού φυτρώνει σε τόπο καρπερό

Τι άλλο μένει, πίσω από την ομορφιά;


Ρέντα γυρίζει, της τύχης τον τροχό

Της αγάπης τα σώματα μαζεύει κοντά

Αν υπάρχεις, τότε μπορώ ακόμη να σε δω

Λίγο πριν... του Παραδείσου το μετά.


(Πράγα, Φεβρουάριος 1996)



Τα λόγια της ομίχλης.


Έρπει ασταμάτητα, φεύγει μακριά ο χρόνος

Στέκει απόψε περισσότερο κοντά... ο πόνος,

Που τρύπωσαν ‘κείνες οι γλυκές στιγμές;

Να τρέμεις βυθισμένος στου πόθου τις ορμές


Ζέχνει θάνατο και σαπίλα τούτος ο χώρος,

Μοιάζει κακού προμηνύματος... οδορυφόρος,

πως ξεγλιστρήσαν απ’ των ονείρων τις ρωγμές;

Πριν προλάβεις ξεχνάς εκείνο που πιότερο θες


Φέγγει λιγότερο, δεν περπατά τούτος ο τόπος

Χάνεται μες το σαματά, χαμένος κόπος

Πως λειώσαν όλες εκείνες οι έντονες ορέξεις;

Να μένεις ξάγρυπνος για δυο μικρές της λέξεις.


Έρπει ασταμάτητα, φευγει μακριά ο χρόνος

Στέκει απόψε περισσότερο κοντά... ο πόνος

Που κρύφθηκαν όσες μάγισσες, χορεύανε γυμνές;

Πια βλέπεις πρόσωπα, τυλιγμένα σε σιωπές.


(1997)



Αρρώστια.


Στα δυο σχίζεται ο καιρός

Ανάγκη ειναι μια αρρώστια, που δεν φεύγει

Σαν δράκου φωνή δυστυχώς,

παραμένει,

τα όμορφα μάτια κάνουνε ζεύγη.


Κομμάτια γίνεται ο ουρανός

Μια ανάσα ο χρόνος που σου απομένει

Σε δανεική χοάνη προφανώς,

περιμένει,

παλιά της φράση, λιγάκι αλλαγμένη.


Στα δυο σχίζεται ο καιρός

Ανάγκη έγινε η αρρώστια σου, δεν φεύγει

Μείζων ή ελάσων σκοπός τελικώς,

Ότι αποφεύγει,

Τι τελικά την αλήθεια σου δεσμεύει;


Πάμε παρακάτω...




Λάγνα βροντούν τα τύμπανα ξανά

Στο χτύπο τους δίνεσαι

Σηκώνεις χέρια αρπάζεις τα αστέρια

Στο πάτωμα σερνεσαι...

(2003)



Πόθοι


Καζαμία λόγια σέρνουν ομίχλης νύχτα

Στου ποταμιού την μαύρη οχθη,

Σημεία υπόγεια φέρνουν κακίας δίχτυα

Του τελειωμού λάβροι πόθοι...




Τα λάθη φτιάχνουν έρωτες...


Σπάνια ακούγονται τα αρχαία λόγια

Συνήθως μαύρο ακολουθεί το γκρι

Σε σειρά βάζει τα χτένια η ζωή

Τα πάθη είναι απόκλιση μικρή,

Τα λάθη φτιάχνουν έρωτες.


Άνισα μετράνε της δόξας τα ρολόγια

Συνήθως το λίγο μοιάζει στο πολύ

Μπλέκεις μετά στης ρουτίνας τη ροή

Τρέμεις μην έρθει της λήθης η πομπή

Κρυμμένη σε στιγμές αφανέρωτες...


Σπάνια ακούγονται τα αρχαία λόγια

Συνήθως το μαύρο πάει με το γκρι

Μπλέκει τα γένια με τα χτένια η Ζωή

Τα πάθη την κάνουν λίγο διαφορετική

και τα λάθη φτιάχνουν έρωτες.



ϋπνία)


Κυλάει η νύχτα ακόμη ο καιρός να ζεστάνει

Πίσω σκοτάδι πήχτρα,

Όλα περιμένουν τον ποιητή στίχους να υφάνει


Ζει μακριά μας, σε πιο ζεστή θάλασσα φωλιάζει

Πίνει στην υγειά μας,

Τις ώρες μετρά, σε αδειανό παγκάκι κουρνιάζει


Μιλάει μόνη στο ήσυχο νερό, που πάντα αγαπάει

Να ‘σουν κοντά, να ‘σουν εδώ

Και πιο μετά στον χρόνο, να γυρίσει πίσω, ζητάει


Κυλάει η νύχτα, ο καιρός προσπαθεί να με πεθάνει

Πίσω μου σκοτάδι πήχτρα,

Φέγγει η καύτρα κι οι καπνοί αγγίζουν το ταβάνι


Θα μείνει δικιά μας, ‘κείνη η παλιά γλυκιά στιγμή

Ζει στ’ όνειρα μας,

Μάζεψε σε μια γυάλα, όσα δεν έκαψε η οργή


Τελειώνει η νύχτα, μα δεν λέει να ζεστάνει

Πάντα σκοτάδι πήχτρα,

Η καύτρα σβήνει, ο ποιητής πιάνει λιμάνι...

(17-18/12/2005)



Τα ερπετά της σοφίας (Σύντομη έκδοση)


Η Σαύρα σηκώνει ένα πράσινο κεφάλι

«φτιάξε» σου λέει «το καλύτερο χαλί, από ρετάλι,

κράτησε σε μια σπηλιά, ότι σου περισσέψει

ίσως σου χρειαστεί στην αυριανή στέψη.»


Κλειστό μένει το ένα θολό της μάτι

Μοιάζει του Θεού λάθος βαλμένο κομμάτι

Που όλο αδίκως περιμένεις να ανοίξει

Την θολή σοφία του, πάνω σου να ρίξει


Το άλλο δεξιά και αριστερά στρέφει, ξάφνου εστιάζει

Το σκέφτεται λίγο, ύστερα εσένα ξανά κοιτάζει

«Βάλε» λέει «στου χαλιού το κέντρο, κείνη την λεκάνη,

ρίξε μέσα της, ότι φοβάσαι αύριο πως θα σε ξεκάνει.»


Η Σαύρα σηκώνει ένα πράσινο κεφάλι

Σου μιλά, μα εσύ στην φωνή της, ακούς μιαν άλλη

Τι σημασία μπορεί να έχουν μερικές ακόμη λέξεις;

Αύριο ξημερώνει μια καινούρια μερα, που θα παλέψεις.


(Sofia Hilton Hotel, r. 109, 19/9/2002)



Το τραγούδι της απώλειας ΙΙ


Υπάρχει πάντα ενας κρυφός πόνος

Σε όσες καρδιές δεν επιασαν λιμάνι

Ειναι της σιωπής φίλος, της οδύνης γόνος

Ζει και σου κολλάει,

Σε ενα παλιό μισογκρεμισμένο χάνι


Υπάρχει μια στιγμή, που σταματά ο χρόνος

Για αυτούς που φτασανε στης πυξίδας την άκρη

Ειναι της μοίρας ανάγκη, του έρωτα φόνος

Τρέμει σε φιλάει,

Πνιγμένη σε ένα της αποσύνθεσης δάκρυ


Υπαρχει ενας απόκοσμος άγνωστος λόγος

Σε όσους γνώρισαν φρίκης ερεβώδη μυστικά

Ειναι της απώλειας τραγούδι, θανάτου φόβος

Πονάει όταν γελάει,

Μετρώντας παλιά ματωβαμμένα μερτικά.


(24/12/2003, Monroe’s Café, Διδυμότειχο.)



Ο τοίχος.


Ο αγέρας παιζει με τα κύματα

Τα φύλλα ζωγραφίζουν σχήματα

Απαλά σε αγγιζει βαρύς υπνος

Πάνω απο ανθρώπων υπολείμματα


Στέκεις και ακούς την νύχτα

Τι απόμεινε, παρά σκοτάδι πήχτρα;

Ήσυχα σε νανουρίζει εγγύς ήχος

Στην αχανή του κόσμου μήτρα


Ο αγέρας παίζει με τα κύματα

Στις φυλλωσιές βλέπεις άλλα νοήματα

Άκαμπτος μοιάζει ετούτος ο τοίχος

Φτιαγμένος απο μικρά ποιήματα...




Βάρκα δίχως πανιά


Έκοβα βόλτες με μια βάρκα που δεν είχε πανιά

Στου γιαλού το τέρμα, στου μυαλού το έρμα.

Έμαθα ρότες απ’ ένα νέγρο που ‘ξερε πολλά

Ώσπου έφτασα νύχτα, στης ζωής το τέλμα


Πέρασα χώρες, που δεν είχαν ανηφόρες, κατηφόρες

Οι χάρτες σας τις κρύβουν, μήπως και ξεφύγουν

Μήπως και γλιτώσουν, τις χειρότερες τις μπόρες

Όλων αυτών που γουστάρουν... να αποφύγουν.


Έμαθα και άλλα, που μοιάζουν τωρα... πιο πολλά

Στην ματιά της είχα βάλει, σύνορα... εμβόλιμα

Αυτά έψαχνα συνέχεια, μα δεν τα βρήκα πουθενά

Γύριζα μονάχος, γεμάτος πάθος... σε ξένα όνειρα.


Έκοβα βόλτες με μια βαρκα που δεν ειχε πανιά

Παγιδευμένος σε απύθμενο, άπατο τέλμα

Έκρυψα νότες, απ’ όσους ποθούν την κάθε ομορφιά

Μήπως δούνε το γιαλό σου, στο δικό μου βλέμμα.


Μα τι κατάφερα... έμεινα γύπας δίχως φτερά

Που ξέρει κόσμους δέκα, σαν τούτον εδωπέρα

Μα όσα πρέπει τα φυλά σε μια βαρκα δίχως πανιά

Στο τέλος του απείρου ή λιγο παραπέρα.


(2001)



Ενα μακάριο σονέτο


Καυτό στάζει το μίσος, στα βελούδινα σεντόνια

Σε σωρό, που σπάζει ενα ίσως, στέκεσαι

Μακάριοι όσοι σκεπάστηκαν, απο λήθης χιόνια


Κακία οδηγεί του έρωτα, τα πιόνια

Η μανία μπορεί τα αφανέρωτα, που δέχεσαι

Μακάριοι αυτοί που δεν έζησαν, αιώνια


Κατάρες συνοδεύουν, τα αιμάτινα πριόνια

Τις νύχτες που ούρλιαζες, δεν αντέχεσαι!

Η αρρώστια φορά, μαύρα δερμάτινα παντελόνια

Μακάριοι όσοι ταξιδέψαν, με του θανάτου τα βαγόνια.


(Sofia 1997)



«Μακάριοι οι αγαθοί, όσοι δεν γνωρίζουν, όσοι ζουν ικανοποιημένοι απο την άγνοια τους.

Φυλακισμένοι, όσοι κυνήγησαν τούτη τη ζωή, όσοι προσπαθησαν να κοροιδέψουν τον

χρόνο. Δέσμιοι αυτοί, ελεύθεροι οι πρώτοι...»


Angelo Tsanatelis, - ‘Νύχτες που σηκώνανε σακάκι’,

απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες στο Art Café στη Sofia το 1997.



Τα περιστέρια της σιωπής


Πύργος στέκει σε σαθρά θεμέλια

Γύρω κοιτά, ολοένα αμφιβάλλει

Σαν φωτιά λιώνει το ατσάλι

Μη μιλάς, μη ρωτάς,

κρύψε της τρέλας τα γέλια...


Τείχος χωρίζει το χώμα απ’ τα αστέρια

Πότε σκαρφαλώνει, πότε λίγο φρικάρει

Όταν πέφτει νιώθει παλικάρι

Να προσέχεις, να ακούς,

Όσα λένε της σιωπής τα περιστέρια...


Πύργος στέκει σε σαθρά θεμέλια

όσα βλέπει, το μυαλό του προβάλλει

Σαν φωτιά λιώνει το ατσάλι

Μη του μιλάς, μη τον ρωτάς

Κρύψε της τρέλας τα γέλια.


(Άγιος Νικόλαος, Κρήτη, 2009)



Τάμα στην Ισπανιόλα.


Ονείρου φωτιά,

στου Τάμαριντ τους καταρράκτες

και ο Άγιος Μαυρίκιος σκιάζει

την ευθραυστη σου ηρεμία.

Αίμα και σκόνη σε ταίζουν

του θανάτου σου αρχισυντάκτες

άυπνο πρόσωπο,

που πίσω του βρυχάται η τρικυμία.


Ρίξε στο σιντριβάνι μιαν ευχή,

Πάρε τα από την αρχή,

Δες προσεχτικά, τι έχει συμβεί

Αν είχε αρνηθεί

Ή αν είχες εύκολα πειστεί.


Πληγή απο φαλτσέτα,

σε Ατόλλη, οσο μιας καρφίτσας κεφάλι

πέφτεις παράλυτος στην φύση,

που στολίζει το μεγάλο Τέμενος του Μάλε

Κολυμπάς σε μια παγωμένη

Θαλασσα απο βότκα πορτοκάλι,

Άγκυρα σηκώνεις,

στην σκοτεινιά του Κάλε


Μες τα μεσανυχτα,

θα βγεις μούσκεμα στην Πινάλ ντελ Ρίο

θα δώσεις χίλια πέσος,

σε εναν καμπούρη για ενα μόνο τραγούδι

καλοκαίρι μοιάζει,

μα εσύ ζαρώνεις απο το κρύο

τρέμοντας παίρνεις αγκαλιά ενα παιδάκι

που δεν ειχε ακομη βγάλει χνούδι


διπλα σε συντριβάνι γεματο ευχές,

στης Σάντα Κλάρα την πλατεία

μια γυναίκα ακούει την δικια σου

κραταει πουρο με σοκολατας φυλλο στριμμένο

είναι τα μάτια, τα μαλλιά της

μπλεγμένος νιώθεις σε έρωτα μαγεία

Ιστορίες Αυγούστου στην Ισπανιόλα,

μια μέρα πριν εκείνη,

που σε βρήκαν πνιγμένο.


Ρίξε στο συντριβάνι μιαν ευχή

Κάνε μια στροφή μηπως ξεχάσεις το γιατι

Σφυράς αδιαφορα σε οσα εχουν συμβεί

Αν ειχες μονάχα αρνηθεί,

Ισως περίσσευε και αυτή...



Η αθώα Βαβυλώνα (Το τραγούδι της ελλόγου αιτίας)

(Αλληγορική Αντιστοιχία)


Ο ‘Βασιλιάς’ όλων, μας είπε:

Αν σήμερα ξυπνήσω, φλόγες θα στεγνώνουν ακόμη την έρημο

Αυτά που θα δω, δεν θα σας τα πω

Θα χτίσω ξανά, πριν με θυμηθείτε, έναν κόσμο αμέριμνο


Ο ‘Βασιλιάς’ ολων, μας ειπε:

Στην χάση μόνο θα σπέρνουν τρόμο, οι δικοί μας πρεσβευτές

Αφού δεν σας νοιάζει, αθώα τον Χάρο που κοιτάζει

Στην φέξη πάλι θα φιλιώνουν, καποιων ‘κανόνων’ οι τηρητές


Ο ‘Βασιλιάς’ ολων, μας ειπε:

Θα μαζέψω στα ξένα τα χωράφια, πολλά μικρά δεμάτια

Εύκολα να λυγάνε, γρήγορα να σπάνε

Σε χιλιάδες κομμάτια, των άλλων βασιλιάδων τα παλάτια


Ο ‘Βασιλιας’ όλων, όμως δεν μας είπε:

Αν σημερα δεν ξυπνήσει, ο ήλιος θα λάμπει στην έρημο;

Πως τότε θα πει, όλα όσα θα δει;

Θα θυμηθεί το Κιρκούκ να λιώνει, σαν να ήταν κέρινο;


Ο ‘Βασιλιας’ όλων, όμως δεν μας είπε:

Ξέρει πως ο τρόμος κάνει κύκλους, σε ονείρων κήπους;

Όποιον δεν νοιάζει, που ο Χάρος κουρνιάζει

Θα απομείνει μόνος να χορεύει, με πολέμων ήχους.


Ο ‘Βασιλιας’ όλων, όμως δεν μας είπε:

Από αυτόν πιότερα αν γίνουν, τα πολλά μικρά δεμάτια

Αν λυγάνε μοναχά, χωρίς να σπάνε

Τι απέγιναν τελικά, όσοι ορέχτηκαν αλλότρια παλάτια;


(2003)



###





About the author:


Angelo Tsanatelis was born in Athens, Greece.

He lived for seven years in Bulgaria, where he studied Law at the university of Sofia.

He is a fantasy fiction writer and an off and on poet.

He enjoys reading all kinds of fiction novels and exploring the Greek islands whenever he finds the time.


Discover other titles by Angelo Tsanatelis at Smashwords.com:


The Living Sword Chronicles - http://www.smashwords.com/books/view/52770

Songs of Sorrow - http://www.smashwords.com/books/view/53039

Songs of Loss - http://www.smashwords.com/books/view/53037

The Rootless - http://www.smashwords.com/books/view/56295




Download this book for your ebook reader.
(Pages 1-28 show above.)